Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Σχόλια στο αναλυτικό πρόγραμμα ανθρωπιστικής κατεύθυνσης Β και Γ Λυκείου για το 2015-2016

 

(Ανοιχτή  επιστολή  προς  τους    Φιλολόγους συναδέλφους και προς  τους   
Υπουργούς   Παιδείας,   κ.  Α.  Μπαλτά  και  κ.  Τ. Κουράκη.)

Σε συνέχεια  του προηγούμενου άρθρου μου που  αφορούσε σχολιασμό σχετικό με το πρόγραμμα θεωρητικών μαθημάτων Γενικής Παιδείας της Γ’ Λυκείου σχ.  ετους  2015-2016,  μετατοπίζομαι  στο  σχολιασμό του  προγράμματος  των μαθημάτων  της  Ανθρωπιστικής  Κατεύθυνσης Β’ και  Γ’ Λυκείου .  Και η  ένσταση είναι  τώρα  πιο  αιχμηρή  από οποτεδήποτε  άλλοτε,  γιατί  από  μια  νέα κυβέρνηση  «αριστερού ήθους και  ύφους», οι  μάχιμοι καθηγητές - φιλόλογοι περιμένουμε  μια  άλλη  προσέγγιση  του σκοπού,  του  νοήματος  και συνεπώς   της αντίστοιχης  οργάνωσης και  λειτουργίας του Πολιτικου θεσμού  που λέγεται Παιδεία.    
Κι  αυτό  γιατί  η  υποβάθμιση των  ανθρωπιστικών  σπουδών, που  ξεκίνησε   από  τα  «τεχνοκρατικού  πνεύματος» υπουργεία  παιδείας της   δεκαετίας  του ΄80,  φαίνεται  ότι  όχι  μόνο  διαιωνίζεται, αλλά  και  ότι  επιτείνεται κατά τρόπο   απαξιωτικό,    όπως  τουλάχιστον  φαίνεται  από  το  νέο  ωρολόγιο  και  αναλυτικό  πρόγραμμα  σχ.  έτους  2015-2016.
Και για  να  μιλήσω  σαφέστερα,  αναφέρομαι  καταρχάς στο  μάθημα  των  Λατινικών που, από δίωρο  μάθημα  κατεύθυνσης  της  Β’ Λυκείου,  αφαιρέθηκε εντελώς  ήδη  από  τη  σχολ.  χρονιά  2014-2015,    χωρίς όμως  διαφοροποίηση  του  νέου  υπουργείου,  ενώ  αναπληρώνεται  με  μια  επι  πλέον  ώρα  στο  πρώτο  τετράμηνο  της  Γ!   Και  βέβαια  υποδιπλασιάζεται   η ήδη  ανάπηρη  ύλη  των  Λατινικών  που  βγάζει  ημιμαθείς  μελλοντικούς  φιλολόγους. Κοροιδευόμαστε  λοιπόν;  Ποια   γλώσσική  δομή  θα  κατανοηθεί και  θα  αφομοιωθεί μέσα  στα  πλαίσια  αυτού  του  αναλυτικού  προγράμματος,  και  ποιος  σοβαρος  φιλόλογος  θα  εισαχθεί  και  θα  αποφοιτήσει,  για  να  ερευνησει  ή  να  διδάξει   τις  επόμενες  γενιές;   
 Εκτός  αν  το  «αφανές  πλην  αληθές»    σκεπτικό     των  ιθυνόντων της  προηγόυμενης  κυβέρνησης, που  όμως  φαίνεται  να  διαιωνίζει  και  η  νέα,  είναι  η  βαθμιαία    απάλειψη   του  μαθήματος.  Τότε  γιατί  δεν  διαγράφεται  εντελώς, αν  θεωρείται  ότι  η  Λατινική   γλώσσα και   γραμματεία  δεν  αποτελουν  ένα  αναγκαίο  γνωστικό  πεδίο  για  τους  αποφοίτους  των  Φιλοσοφικών  Σχολών;   
         Ή   μήπως υπερισχύει  ένα       πνεύμα    λαϊκισμού  που ισοδυναμεί  εδώ  με  την  αρχή της  ήσσονος  προσπάθειας  των  υποψηφίων ;    
Αν  δεν  ισχύει  όμως το παραπάνω  σκεπτικό,  και  υπάρχει  ενδιαφέρον  για  την ποιότητα  των  υποψηφίων, των φοιτητών,  των αποφοίτων  των  Φιλοσοφικών  σχολών,   δεν  είναι  γνωστό   ότι  οι  δομικές  γνώσεις-  και  μάλιστα  μιας  γλώσσας  κλασσσικής-  δομούνται  στην  Εγκύκλια  Παιδεία;  Δεν   είναι  αυτονόητο  ότι  η  Τριτοβάθμια παιδεία δικαιούται  να  βασιστεί  σαυτή  τη  γνώση,  για  να τη  πλατύνει  και  να  τη  βαθύνει  από  τη  μια  ή  και   για   να  οδηγήσει   τον  διαμορφούμενο  επιστήμονα  στο  πεδίο  της  έρευνας;
Και ως  προς  το  αναλυτικό  πρόγραμμα   και  το  περιεχόμενο  σπουδών  της Λατινικής,  γιατί  αυτή  η  εμμονή  σε ένα  αξιοθρήνητο  αριθμό  τσεκουρεμένων  κειμένων   που εκ  των  πραγμάτων   ‘παπαγαλίζονται;  Γιατί  ο  υποψήφιος  δεν  πρέπει,  αν  θέλει  να  είναι  σοβαρή  η  προσπάθεια  και  η  σχολή  που  θα  τον  δεχτεί,    να  είναι  σε  θέση-  καταναλογίαν  προς το  επίπεδο  των  γενιών   του θεσμού  των  εισαγωγικών  εξετάσεων  πριν από   τη  δεκαετια  του  1980-  να  αντιμετωπίζει,  βασει  μιας  γερής  δομικής  γνώσης  της  Λατινικής,  ακόμα  και  άγνωστο  κείμενο;   
Όσο  για  την  Αρχαία  Ελληνική  Γραμματεία,  ως  μάθημα  ανθρωπιστικής  κατεύθυνσης,  δεν  είναι  κοροιδεία  να συνεχίζει να   βασίζεται  η  αξιολόγηση  του  μελλοντικού    φοιτητή,   φιλολόγου - καθηγητή  ή  ερευνητή  στην  αποστήθιση  ενός  διδαγμένου  χιλιοεξετασμένου   κειμένου, που ωστόσο  κατέχει βαθμολογικά  «τη  μερίδα  του  λέοντος» και  μάλιστα  σε   βάρος  του « Αδίδακτου»;
Κι  όμως,  το Αδίδακτο  κείμενο εκείνο    που  μπορεί,  με  συστηματική  προσέγγιση και  εξοικείωση,  να  κάνει  τον  υποψήφιο  να  κατανοήσει  και  να  εξοικειωθεί  σε  βάθος  με   το  αρχαιοελληνικό  γλωσσικό  κώδικα,  τα  σημαινόμενά  του,  την  αιμάτινη    συγγένειά  του    με  την  νεοελληνική  γλώσσα,   εκτινάζοντας   το  μυαλο του από  τη  εγκληματική  νωθρότητα  της  αποστήθισης,  στην  αγχίνοια,  την  κριτικότητα,  τη  συνδυαστικότητα  και  τον  προβληματισμό,  προκειμένου  να  αποκωδικοποιήσει  την  αρχαιοελληνική  σκέψη  και  έκφραση .
Δεν  θάπρεπε  λοιπόν  η  επικέντρωση  και  η  κυρίαρχη  αξιολόγηση  να  βασίζεται  σαυτή  τη  γνώση  και   εξοικείωση     του  υποψήφιου  με   το  θησαυρό  της  Αττικής  πεζογραφίας  του  Ε΄  κι  Δ΄  αι   π.Χ.;
Και συνεχίζοντας  με  το    μάθημα  της Ιστορίας διερωτώμαι:  ποιο  νόημα  έχει  η  παπαγαλία  ενός  περιορισμένου (ουσιαστικά περί  τις  90 σελίδες )  και  αποσπασματοποιημένου- από   την  ιστορική  συνεχεια και  αλληλουχία-  αριθμού  σελίδων  που αναμασώνται  κατά  βλακώδη  τρόπο  εν  όψει  των  Πανελλήνιων  εξετάσεων;  Ποια   σφαιρική  γνώση  της  ιστορίας,  ποια  ιστορική  συνείδηση, ποια κριτική  σκέψη  μπορεί  να  προκύψει, και ποιος συστηματικός  και   κριτικός    τρόπος  μελέτης  μπορεί  να  ενεργοποιηθεί,  όταν  η  προσπάθεια  του  υποψήφιου  επικεντρώνεται  στην  απομνημόνευση  ως  και  των  σημείων  στίξης ;
Επιμερίστε κατά  χρονικές  περιόδους   την  ιστορία, ήδη   από  την  πρωτη  γυμνασιου,  έτσι  ώστε  τμηματικά,  αργά  και  αβίαστα,  χωρίς ομόκεντρα   ανόητα  αναμασήματα  και  απωθητικά εκτεταμένη ύλη,  τα  παιδιά  να  παρακολουθήσουν   και  κυρίως  να  αφομοιώσουν   με  τη  χρήση  των  οπτικοακουστικών  μέσων, της  άμεσης βιωματικής εμπειρίας,   την   αιτιακή  αναγωγή  του παρελθόντος    στο  παρόν και  αντίστροφα ,   ένα  πανόραμα  που  μπορεί  να  γίνει ένα  εργαλείο  σκέψης, ερμηνείας  και  δράσης,  ένα  «κτημα ες  αιεί»,  όπως  οραματιζόταν  ο  πρωτοπόρος της  ιστορικής  επιστήμης Θουκυδίδης.       Τέλος, μια  αιτία   διαθεματικής  γνώσης,  που   συναιρεί  ποικιλία  επιστημονικών  γνώσεων  και   το  πανόραμα  της  πολιτιστικής  εμπειρίας  του  ανθρώπου  διατοπικά  και  διαχρονικά.
Βεβαίως  αυτό  το  αποτέλεσμα  δεν  μπορεί  να  προκύψει  μέσα  από  «δεύτερες  και  τρίτες  αναθέσεις»,  που  υποβαθμίζουν  ένα  μάθημα αξιώσεων ,  με  αποτέλασμα  να  υποβαθμίζεται ακόμα  περισσότερο   και  στη  συνείδηση  των  παιδιών.  Απαιτεί   καταρχάς  τον  απόφοιτο  του  Ιστορικού-Αρχαιολογικού  τμήματος  που- ως  καθ  ύλην  αρμόδιος-  συγκεντρώνει  πολύ  μεγαλύτερες  πιθανότητες, και  ως  δάσκαλος, να  εμπνεύσει  ενδιαφέρον  και  να μεταγγίσει  γνώση. 
Τοτε  ο  υποψήφιος  των  ανθρωπιστικών  σπουδών  θα  δικαιουται  και  θα  υποχρεούται να εξεταστεί  σένα  γνωστικό πεδίο διαχρονικό  και  παγκόσμιο,   όπου θα αξιολογείται  η  γνώση του πάνω  στην  εξέλιξη, το  μετασχηματισμό,  την   αλληλεπίδραση της  ανθρώπινης πολιτιστικής  πορείας.   
Το  μάθημα  της  Γλώσσας εξάλλου  που  αφορά  όλες  τις  κατευθύνσεις  οφείλει  καταρχάς  να  γίνει πλέον   συστηματικό,  δεδομένου  ότι  ένα  βασικό  ζητόυμενο  οφείλει  να  είναι  η  κατανόηση μιας εννοιολογίας  που  δεν  μεταπηδά 
ασυνάρτητα   από  το  τη  μια  εννοια  στην  άλλη, χωρίς  εμφανή  αιτιακή σχέση και αλληλουχία. Αντίθετα οφείλει  να  προσεγγίζεται  συστηματικά,  με  ευθύνη  καταρχάς  του συγγραφέα   και  παράλληλα  του  διδάσκοντος,  στη  βάση  τη ς  προσέγγισης  θεματικών  ενοτήτων  και  εννοιολογικών  κύκλων  που  διαρθρώνονται  κατά  στοχαστικό και  συστηματικό  τρόπο,  από  τη  θεματική  ενότητα « άνθρωπος»,  στην  ενότητα  «ανθρωπος  και  κοινωνικό  περιβαλλον»-  «άνθρωπος και  φυσικό  περιβάλλον»-  «προσέγγιση  του  ανθρωπου  μέσα  από  τα  έργα  του  τεχνικού  πολιτισμού»,  «προσέγγιση  του  ανθρώπου  μέσα  από  τα  έργα   του  πνευματικού  πολιτισμού».
 Είναι  ευνόητο  δε  ότι  και  η  προσέγγιση  των  επί  μέρους  θεωρητικών  εννοιών  πρέπει  να  γίνει  κατά  τρόπο  συστηματικό  και  όχι  χαώδη-  βάσει  σημείων  αναφοράς  που  σχετίζονται 1)  με  τις  πνευματικές  διαστάσεις  του  ανθρώπου2)  με  τα αλληλοεπιδρώντα επίπεδα  στα  οποία  αρθρώνεται,  δομείται  και  λειτουργεί  μια  ανθρώπινη  κοινωνία.
   Και  τέλος,  το  μάθημα  της  Νεοελληνικής  Λογοτεχνίας,  πάνω  στο  ίδιο πατρόν  κομμένο  και  ραμμένο με  τον  προηγούμενο  τρόπο  εξέτασης  των  υποψηφίων,  εξακολουθεί  να  κοροίδεύει  μαθητές,  καθηγητες,  αυριανους  επιστήμονες , διανοούμενους,  λογοτέχνες. Ας  διδαχθεί  λογοτεχνία    έτσι  ώστε  να  αξιολογηθεί  η  γνώση  και  η  ευαισθησία  του  υποψήφιου  πάνω σένα «μη  διδαγμένο»  λογοτεχνικό  κείμενο! 
Γιατί   λοιπόν,  αφού  υπάρχουν  εναλλακτικές,   αυτή  η  υποβάθμιση  των  ανθρωπιστικών  σπουδών  και  η  εμμονή  να  ταυτιστούν  εν  τελει  αυτοί  που  τις  ακολουθουν  με ανεγκέφαλα παπαγαλάκια ;  Για  να  μην  έχουν  αυτοσεβασμό;  Για  να  παραγονται  και  να  αναπαράγονται  όχι  μόνο  νωθρά  μυαλά  αλλά  και  αγράμματοι  πολίτες  στη  γλώσσα,  στην  ιστορία  στην  αισθητική  καλλιέργεια,  στην  κριτική  σκέψη  που ειδικά   τα  θεωρητικά  μαθήματα  καλούνται  να    ενεργοποιήσουν; 
Μα, ίσως  πουν  πολλοί,  είναι  ανεπίκαιρα,  αδάφορα  για  τις  τεχνοκρατικές  ανάγκες  του  σήμερα,  βαρετά. Είναι  δύσκολο  άραγε  όμως ένα  ανανεωμένο    αναλυτικό  πρόγραμμα,    περιεχόμενο, οι πολύμορφες διδακτικές  μέθοδοι και  το  μεράκι  «του δάσκαλου» να  τα  κάνουν συστηματικά, ενδιαφέροντα,  επίκαιρα; 
Αυτό  βέβαια  θέλει  μια  διαφορετική  θεώρηση  του  τι  προτίθεται  η  παιδεία  μας  να  παράγει.  Θέλει  να  παράγει  μονόχνωτους  πνευματικά  τεχνοκράτες, απολιτική  νεολαία, φτηνό  υπαλληλικό  δυναμικό, εργατικό  δυναμικό - κατα τις απαιτήσεις  των  πολυεθνικών  μονοπωλίων-, αναλφάβητους  λειτουργικά πολίτες-προσεταιρίσιμους και ελέγξιμους από τα κέντρα ελέγχου  και  αποφάσεων;  Κι αυτό,  δεδομένου  ότι   η  αμφισβήτηση  ενός  συστήματος  προκύπτει  κυρίως από  τους  ανθρώπους  που  δεν  ξέρουν  μόνο  φυσική  ή  αλγεβρα,  αλλά  και  ...Ιστορία  και  Ελληνική  Γλωσσα  και  Λογοτεχνία  και  Αρχαια  Ελληνική  Γραμματεία  σε  βάθος...                 
Ανακαλώ  τον πικρό  αλλά   αληθινό   λόγο  του  Σεφέρη:  ¨στην  Ελλάδα είμαστε  αυτοδιδακτοι...».  Αλλά  εσείς,  κύριε  υπουργέ,   αυτό  δεν  επαγγέλλεστε  να  ανατρέψετε;  Κάντε  το,  με τη  βοήθεια    σοβαρών  επιστημόνων –ανθρωπιστών  -παιδαγωγών-διανοούμενων–λογοτεχνών, για να αναδειχτούν  επιστήμονες- δασκάλοι  που  θα  καθοδηγήσουν  με  γνώση  και  κοινωνική  ευθύνη  τις ελληνικές   γενιες  του  μέλλοντος.
                                                                       Με  εκτίμηση 
                                                 Δαμάσχη  Μαρία, Αρχαιολόγος-Φιλόλογος
                             Εκ  μέρους  των  συναδέλφων-  φιλολόγων  του  ΓΕ.Λ.  Ν.  Ερυθραίας
Κηφισιά,  20/6/2015                                                    

Πηγή : www.alfavita.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου